Αποσπάσματα
από την ζωή μιας γυναίκας
η καινούργια δουλειά που ετοιμάζω
...Ένα πρωινό του φθινοπώρου και αυτή το μόνο που έβλεπε ήταν το γκρίζο και ας ήταν το παράθυρο γεμάτο από γλάστρες με χρυσάνθεμα και ας είχε κατεβεί ο ήλιος σέρνοντας νωχελικά τα βήματα του για να στρογγυλοκαθίσει πάνω στα πέταλα τους.Σήμερα δεν μπορούσε να δει τίποτε γιατί ήταν σαν να έβρεχε σιωπή πάνω από τα δευτερόλεπτα. Την μια ώρα διαδεχόταν η άλλη και έξω οι νότες της βροχής προσπαθούσαν να υποτάξουν τον θόρυβο της πόλης που σαν αλητάκι έτρεχε κάνοντας φασαρία εδώ και εκεί.Από παιδί το ένιωθε πως το φθινόπωρο ήταν πάντα η εποχή που μέσα της ξυπνούσαν οι ποιητές με όλα τα χρώματα και τα αρώματα που χυνόντουσαν γλυκά μέσα στο αίμα για να την κάνουν να νιώθει πάντα ερωτευμένη.
Το μυαλό της ήταν σαν να είχε μπλεχτεί σε ένα δαίδαλο σκέψεων από όπου δεν μπορούσε να ξεφύγει.Ήταν σαν να είχε ξυπνήσει από ένα ύπνο διαφορετικό από όλους τους άλλους,κοιμόταν χρόνια και δεν το είχε καταλάβει.Ναι είχε δίκιο εκείνη η γυναίκα ,που μέσα στου αλκοόλ την ζάλη,κάθε νύχτα της φώναζε θυμωμένα ,ότι δεν της άφηνε χώρο να ανασάνει και ότι της είχε αρπάξει το σώμα και την ψυχή, για να γερνούν δίπλα σε ανθρώπους που δεν μπορούσαν να ερωτευτούν με τον τρόπο που αυτή ήθελε,μα αυτή είχε την ανάγκη αυτού του έρωτα που ήταν γραμμένος ακόμα και σε αυτά τα κύτταρα της πριν ακόμα ταξιδέψουν μέσα στους αιώνες.
Κατευθύνθηκε για να αλλάξει το φίλτρο του καφέ και να κάνει καινούργιο.Ήταν τόσο βυθισμένη στις σκέψεις της,που αν την ρωτούσεςεκείνη την στιγμή τι έκανε,
ίσως και να μην ήξερε να σου απαντήσει.Εξάλλου ήταν και αυτή η θάλασσα των αναμνήσεων που απλωνόταν ολοένα και πιο πολύ και ύστερα ήρθε στο μυαλό της και εκείνος ο πίνακας με την θάλασσα που έμπαινε στο δωμάτιο και τώρα το θυμάται πως δεν μπορούσε για ώρα πολύ να ξεκολλήσει το βλέμμα της από πάνω του.Μια θάλασσα ένιωθε και αυτή την στιγμή να μπαίνει από παντού στο δωμάτιο από σκέψεις ,εικόνες και συναισθήματα και αυτή γυναίκα γυμνή να ψάχνει μέσα στα ναυάγια τους νεκρούς της.Έβαλε τον καφέ στο φλυτζάνι και ύστερα άναψε μηχανικά το τσιγάρο για να βουλιάξει ακόμα πιο πολύ μέσα στου καπνού την γλυκιά ζάλη.
Είναι ξέρετε κάποια στιγμή στις ζωές των ανθρώπων ,που έρχονται αντιμέτωποι με τον ίδιο τον εαυτό τους,για να δούνε αν είναι καλά εκεί που είναι ή αν χαθήκαν μέσα στην ίδια τους την πόλη.Βλέπετε μεγάλη η πόλη και οι δρόμοι της γεμάτοι από μοναξιά ίσως και από τον φόβο της μοναξιάς και αυτός ο φόβος είναι πολλές φορές χειρότερος και από αυτή την ίδια την μοναξιά, γιατί τον νιώθεις νύχτα μέρα να σου ακινητοποιεί τα πόδια και να μένεις κολλημένος σε ένα βάλτο από όπου δεν μπορείς να ξεκολλήσεις..
Βάσω Μπρατάκη
Υ.Γ. Στους φίλους και τις φίλες που με διαβάζουν μήνες θέλω την γνώμη σας για αυτό το μικρό κείμενο, γιατί είναι ένα μικρό απόσπασμα από κάτι που άρχισα να γράφω αυτές τις ημέρες.

















