O πίνακας είναι της ζωγράφου Μαρίας Καζάζη

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010



ΓΕΝΕΣΗ

Αφιερωμένο
στις
κόρες μου

Και εσύ μικρή ζωούλα,
στο κορμί γυναίκας αγαπημένης,
κάμπια που ονειρεύεται,
το μεγάλο ταξίδι της πεταλούδας...


Είσαι η στιγμή όπου μεταμορφώνεται,
ο σπόρος σε λουλούδι,
η δύναμη που σπρώχνει το πορφυρό,
στο κορμί μικρής παπαρούνας...


Είσαι το φιλί του καλοκαιριού,
πάνω από τα χρυσωμένα στάχυα,
το χάδι της ημέρας,
πάνω από τα πράσινα λιβάδια...


Είσαι ο έρωτας του κρασιού,
στην κεχριμπαρένια σάρκα του σταφυλιού,
το σιτάρι που θα γίνει ψωμί,
για να χορτάσουμε την αγάπη...


Είσαι το πέταγμα των γλάρων,
πάνω από τα ερειπωμένα ,
ακρογιάλια του νου μας,
τα πανιά που θα ταξιδέψουν τα όνειρα μας...


Είσαι ο έρωτας που σπρώχνει την ζωή,
στο αίμα γυναίκας αγαπημένης...

Βάσω Μπρατάκη

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010



Σε είδα να περπατάς σιωπηλός,
κάτω από το φεγγάρι
και ήταν η βροχή που συνόδευε,
τα κουρασμένα βήματα σου
και ήταν η καρδιά σου...σαν μια κλαίουσα,
ριζωμένη σε σκοτεινά ποτάμια,
στις ρίζες της σκοτωμένα περιστέρια,
τα όνειρα των ανθρώπων,
που δεν πρόλαβαν να δουν το φως της ημέρας.
Και είχες στο βλέμμα την θλίψη των άστρων
και εγώ αγάπησα αυτή σου την θλίψη,
σαν το τραγούδι των μικρών αγγέλων,
που έπαιζαν φυσαρμόνικα στο φεγγάρι.
Και από τότε κάθε νύχτα,
σε ψάχνω απεγνωσμένα ,
εγώ η πιστή ερωμένη των στοίχων σου,
σε νότες που γλυκά μου ξυπνούν,
το παιδί που χρόνια τώρα κοιμίζω μέσα μου...


Και στα όνειρα μου ένας μικρός Χριστός,
κάθε νύχτα μου δείχνει τα καρφιά του,
μα εγώ πάντα αναζητώ εσένα,
τον μοναχικό ταξιδευτή
των δρόμων της καρδιάς,
που συνάντησα κάποια
βροχερή του Φλεβάρη νύχτα,
στον καθρέφτη των ματιών σου,
το είδωλο της ανθρώπινης μοναξιάς μου...

Βάσω Μπρατάκη

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010




Η ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ


Και ήταν και εκείνο το προϊστορικό κοχύλι,
που μέσα του οι ωκεανοί στοργικά φύλαξαν,
το επτασφράγιστο μυστικό της ζωής,
όταν ο πρώτος γυρίνος ξύπνησε,
κάτω από την βροχή μυριάδων άστρων
και τότε ο θεός του χάους,
το κενό είπε να σφυροκοπήσει,
για να του δώσει μορφή και σχήμα
και είπε γενηθήτω γη και ουρανός,
τότε γεννήθηκα και εγώ ,
κορμί καμωμένο από χώμα και βροχή.


Και όταν ξύπνησε το πρώτο φως,
στις φυλλωσιές των πελώριων δέντρων,
τότες και εγώ, στην αρχή μπουσουλώντας
και μετά με τα βήματα μικρού παιδιού,
άρχισα σκυφτός δειλά-δειλά,
να τριγυρνώ στις γειτονιές του κόσμου,
στην αρχή αγγίζοντας ψηλαφιστά,
το πρόσωπο της πρώτης μου ημέρας,
όπως ένα μωρό αγγίζει,
για πρώτη φορά το στήθος της μάνας του,
κάπως έτσι ξεκίνησε το ταξίδι μου στον κόσμο.


Και στα μέσα της ημέρας,
όταν ο ήλιος κοντοστάθηκε,
πάνω από τα πέτρινα ηλιοστάσια,
τότες και εγώ αγέρωχα σήκωσα το κορμί μου
και σαν έφηβος που δεν ήταν ακριβώς,
αγόρι μα ούτε και κορίτσι,
τις νότες του ήχου άρχισα να αγγίζω,
που είχαν τις ρίζες στο ίδιο το κορμί μου
και στους δρόμους της σιωπής,
άπλωσα το μέταλλο της φωνής μου
και με γυμνά τα πέλματα άρχισα να περπατώ,
μην και ταράξω την σιωπή των βουνών
και μύστης έγινα των μυστικών της γης
και όταν το απόγευμα τρυφερά έσκυψα,
το φως να διαβάσω στο τίναγμα της φλέβας,
κάτω από το δέρμα μικρής γαλάζιας θάλασσας,
τότε για πρώτη φορά μέσα μου το ένιωσα,
το κάλεσμα του ονείρου
και ταξιδιώτης έγινα στα λιμάνια του κόσμου.


Και όταν ξανάρθε και πάλι η νύχτα
και καινούργια άστρα αναστήθηκαν,
στην στάχτη των παλιών
και καυτή η λάβα από τα ηφαίστεια,
κύλησε στα κανάλια του νέου φεγγαριού,
τότες αγόρια και κορίτσια,
τα παιδιά των παιδιών μου,
που στην μνήμη βαθιά είχαν την θύμιση,
του κόκκινου της φωτιάς των άστρων,
στους δρόμους της φωτιάς ξεχύθηκαν,
με πύρινες ρομφαίες την ίδια την καρδιά τους,
θέλοντας το ένα κορμί το άλλο να κερδίσει
και ήταν ο θεός του έρωτα σαν άλλος Ήφαιστος,
που σφυρηλατούσε το λιωμένο μέταλλο της καρδιάς τους,
μα ήταν και ο καταραμένος ο όφις,
που με δόλο σερνόταν μέσα στους αιώνες,
φέρνοντας μαζί του το δηλητήριο
και όταν μια νύχτα ο χρόνος ξεψύχησε,
στα Ιλίσια πεδία των αιώνων,
τότε χωρίς να το καταλάβουν,
έχασαν σε μια στιγμή τα φτερά τους
και από τότε σαν έκπτωτοι άγγελοι,
τριγυρνάν στις γειτονιές του κόσμου,
σαν τα μοναχικά πουλιά του ονείρου...

Βάσω Μπρατάκη


Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

( Ο πίνακας είναι της ζωγράφου Μαρίας Καζάζη )


Ο ΠΟΝΟΣ


Κοίτα αδελφέ,
ο άνθρωπος αυτός έμεινε σιωπηλός,
σαν ένα δέντρο που γέρασε ,
ριζώνοντας σε μυστικά ποτάμια.


Ο πιο βαρύς σταυρός,
είναι ο σταυρός της καρδιάς,
αυτό τον σταυρό βοήθα,
να αλαφρύνουμε αδελφέ μου.
Βάσω Μπρατάκη

Από την ποιητική συλλογή μου
''ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΔΟΚΙΜΕΣ''
Γραφτηκε το 1982

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010




ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Για τον πατέρα μου

Τις πιο όμορφες λέξεις ψάχνω,
για να σου γράψω το τραγούδι του αποχαιρετισμού,
χειμώνες τώρα....και καλοκαίρια,
μα γυμνός ο πόνος και εγώ φοβόμουν,
τις νότες να αγγίξω με γυμνά τα χέρια,
βαγόνια έρχονταν και έφευγαν,
γεμάτα από φτωχές ψυχές,
που γεννιούνταν και πέθαιναν,
μια αυγή...ένα δείλι
και απόμεινα να στέκομαι μονάχη,
πάνω στις ράγες της μνήμης,
έρμαιο της σιωπής που άφηναν πίσω,
τα τραίνα που έφευγαν μακριά,
τα χνάρια να ψάχνω μην και ξεχάσω,
το πέρασμα σου από ετούτο τον κόσμο.


Ήταν ένα δειλινό της θλίψης
και ήταν το φτερούγισμα της νύχτας,
η ελπίδα που αργοπέθαινε,
εκεί σε μια γωνιά στο δωμάτιο του πόνου.
Και ήταν τα γκρίζα σπουργίτια,
που γύρω μου επέταξαν,
σαν τα τελευταία δευτερόλεπτα,
της ημέρας που έφευγε μακριά μου.
Και εσύ με τα χέρια έψαχνες,
σιωπηλά να κόψεις τους καρπούς,
του δέντρου που τις ρίζες του είχε,
βαθειά μέσα στην άβυσσο του Άδη.
Μα εγώ δεν το έβλεπα πατέρα
και με λαχτάρα πρόσμενα,
την αυγή το φως να μου φέρει πίσω,
που να το ήξερα πως μαζί του θα 'φερνε
και το δυσβάσταχτο καινό της απουσίας σου.


Δεν πρόλαβα ποτέ μου να σου πω,
μικρή παιδούλα τα καλοκαίρια,
πως μιλούσα για σένα με τα άστρα
και ήταν η αγάπη μου για σένα,
που μου βάραινε την καρδιά,
όταν το αεράκι ψιθύριζε στις καλαμιές
και το φεγγάρι τρυφερά έσκυβε,
πάνω από τα όνειρα μου.


Καλό ταξίδι, μονάκριβε μου πατέρα
στους τόπους που ίσως ακόμα περπατάς,
μέσα στην χούφτα πάντα θα κρατώ,
μονάκριβο φυλακτό την τελευταία ανάσα,
της εικόνας που κατάπιε η νύχτα,
μην τυχόν και ξεχάσω η ορφανή,
το πέρασμα σου από ετούτο τον κόσμο.

Βάσω Μπρατάκη

Δημοφιλείς αναρτήσεις